Skip to Content
Βιβλιοφιλία

Η Έλσα κατέβαινε τη σκάλα όταν το μάτι της έπεσε στο βιβλίο πάνω στο τραπεζάκι στο φωταγωγό του διπλανού σπιτιού όπου έμενε το ζευγάρι των ξαδέρφων της. Είχε ένα φανταχτερό εξώφυλλο με πράσινο χρώμα κι έγραφε: «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ». Αυτό ήταν ένα σκάνδαλο, ένα τέτοιο βιβλίο σε κοινή θέα. Η μικρή Έλσα (τα 15 δεν τα είχε συμπληρώσει ακόμη) μπήκε στον πειρασμό. Ήταν μεσημέρι, όλοι κοιμόταν, είχε ζέστη, άπλωσε το χέρι της άρπαξε το βιβλίο κι εξαφανίστηκε στην ταράτσα. Εκεί στο μικρό δωμάτιο διάβαζε πάντα, είτε με κρύο είτε με ζέστη, εκεί της άρεσε να απομονώνεται.

17. BIBLIOFILIA

Μακριά απ’ όλους, ησυχία και η καταπληκτική θέα του δάσους. Έφερε το λάφυρό της στη «φωλιά» το κοίταξε απ’ έξω, πράγματι έγραφε «εραστής» το πήρε αγκαλιά κι άρχισε να το διαβάζει… Της άρεσε η επαφή με το βιβλίο, πάντα ζεστό, η μυρωδιά της κάθε σελίδας, το σχήμα του, όλα την τραβούσαν. Από πολύ μικρή είχε αυτή τη παράξενη αγάπη στην αρχή με το χαρτί γενικά, όπου μπορούσε να γράφει να ζωγραφίζει κι ύστερα με το βιβλίο. Το έπαιρνε στα χέρια της τρυφερά και πήγαινε στο τραπέζι κι άμα νύσταζε και στο κρεβάτι.

Το καλύτερο δώρο που μπορούσε να της κάνει κανείς ήτανε ένα βιβλίο. Με πόση χαρά περίμενε κάποτε τη νουνά της να γυρίσει από το Παρίσι που είχε πάει ταξίδι πιστεύοντας πως θα της έφερνε ένα τέτοιο δώρο. Να δει πως θα ήταν οι Γαλλικές εκδόσεις. Πρέπει να πήγαινε στη πρώτη δημοτικού. Όταν γύρισε και δεν της έφερε βιβλίο φαρμακώθηκε. Της έφερε κούκλα, ούτε καν μπογιές. Από τότε την διέγραψε, δεν της μιλούσε πια! Ο πατέρας της που κατάλαβε τη στεναχώρια της, της έφερε ένα βιβλίο και ήταν: «Η δολοφονία του Μαρά», δεν κατάλαβε τίποτα βέβαια η Έλσα αλλά ήταν πολύ χαρούμενη γιατί είχε το πρώτο δικό της βιβλίο. Το έπαιρνε αγκαλιά το χάιδευε, μ’ αυτό κοιμόταν και ξυπνούσε.

Όσο προχωρούσε στο διάβασμα τόσο τη γράπωνε. Εκείνη η καημένη η πλούσια και όμορφη κοπέλα με τον άρρωστο άντρα, που έτρεχε στο δάσος κι εκεί γνώρισε τον φύλακα. Σήκωνε τα μάτια της η Έλσα από το βιβλίο κι έβλεπε το δάσος απέναντί της με τα καταπράσινα και λαμπερά πεύκα να την καλεί. Ώστε τέτοια γίνονται στα δάση. Κι αυτές οι λεπτομέρειες, πώς την κοίταζε, πώς την άγγιζε σιγά σιγά στο χέρι, στο λαιμό, στο πόδι. Θεέ μου στο πόδι! Αναστατώνονταν η Έλσα, διάβαζε και ξαναδιάβαζε τη σελίδα. Πόσο πολύ μπορούσε να την ξεσηκώσει ένα βιβλίο δεν ήταν ικανή προηγουμένως να φανταστεί.

Λιγότερο την ξεσήκωναν οι ταινίες που έβλεπαν τότε, συνήθως γουέστερν όπου πλησίαζε ο άντρας την κοπέλα, την άγγιζε λίγο και ύστερα φιλιόταν στο σκοτάδι. Τώρα εδώ μ’ αυτό το βιβλίο έβλεπε έναν άλλο κόσμο που τον έφτιαχνε μόνη της! Η κοπέλα και ο φύλακας γυμνοί στο δάσος. Πρέπει να ήταν υπέροχο αν και ένιωθε να ντρέπεται κι όλα. Οι σελίδες προχωρούσαν γρήγορα., έπρεπε να βιαστεί να το διαβάσει πριν ξυπνήσουν όλοι και ειδικά η ξαδέρφη που ήταν και στριμμένη. Γρήγορα γρήγορα…

Πως την αγκάλιαζε και τι πάθος. Τι λέξη: «Πάθος»! Η ζέστη ήταν αφόρητη στο δωματιάκι. Η Έλσα ίδρωνε και καθώς έφτιαχνε με το μυαλό της τις σκηνές που διάβαζε ίδρωνε περισσότερο. Η ώρα περνούσε κι εκείνη είχε απορροφηθεί στο διάβασμα. Απόλυτη ησυχία… «Η Λαίδη έτρεχε να γυρίσει στον πύργο της» κι η Έλσα έτρεχε στις σελίδες να προλάβει. Και πρόλαβε. Καταϊδρωμένη κάποια ώρα το τελείωσε αφού διάβασε τις ερωτικές σελίδες πάνω από δύο φορές. Έκρυψε το βιβλίο στη πλάτη κι άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες ξυπόλυτη να μη την ακούσουν. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν πάντα στα μάτια και της μισοέκρυβαν το πρόσωπο.

Αυτό ήθελε κι εκείνη, να μη την δουν. Έφτασε κοντά στο τραπεζάκι, άπλωσε το χέρι να το αφήσει. Το λευκό φορεματάκι της γαντζώθηκε στο κάγκελο και: «Τι κάνεις εκεί;» ακούστηκε η φωνή της καρακάξας ξαδέρφης, «τι νόμισες πως δε σε είδα που το πήρες; Ντροπή σου!».  Η Έλσα ένοιωσε πως γκρεμίζεται η σκάλα, τα μάγουλά της κοκκίνισαν κι έφυγε τρέχοντας επάνω. Την διέγραψε κι αυτή για πάντα, έτσι κι αλλιώς δε την χώνευε. Το μόνο που λυπήθηκε ήταν το βιβλίο να πάει χαμένο στα χέρια της άλλης.

Η Έλσα διάβαζε πολύ και τα αγαπημένα βιβλία της Ρώσικης λογοτεχνίας (Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Τολστόι, Πούσκιν) τα είχε γύρω στο κρεβάτι της πάντα για να την συντροφεύουν ότι ώρα ήθελε. Σιγά-σιγά μπήκε σε βιβλία Αγγλικής λογοτεχνίας, Ιταλικής, Γαλλικής και τέλος της Ελληνικής. Άργησε να αγαπήσει την Ελληνική λογοτεχνία, ίσως έφταιγαν και οι καθηγητές ίσως και η Ελληνική πραγματικότητα από την οποία ήθελε να ξεφύγει. Το δωματιάκι άρχισε να γεμίζει βιβλία. Από τη μια μεριά ήταν τα βιβλία του σχολείου και από την άλλη «τα άλλα». Αυτά τα άλλα την γοήτευαν περισσότερο. Άφηναν τα μάτια της ψυχής να ταξιδεύουν σε χώρους και χώρες που δεν είχε πάει, άλλοι τρόποι ζωής, άλλοι τρόποι έκφρασης. Πολλές φορές αποστήθιζε σελίδες ολόκληρες κι αν ήταν ποιήματα τα μάθαινε με μεγαλύτερη ευκολία.

Άρχισε να δανείζεται και από τη δημοτική βιβλιοθήκη και ότι της άρεσε καθόταν και τα έγραφε. Ολόκληρα τετράδια γέμιζαν από την αντιγραφή αγαπημένων σελίδων…

Όταν αγόρασε τα πρώτα πανεπιστημιακά βιβλία (γιατί τα ξενόγλωσσα βιβλία τα αγοράζανε κι ας ήταν και ακριβά), ήταν πολύ χαρούμενη. Τα αράδιασε σε μια μικρή βιβλιοθήκη που γέμισε αμέσως. Γαλάζια βιβλία εκδόσεις Penguin η ιστορία της Αγγλικής Λογοτεχνίας, αλλά και μυθιστορήματα, «Ο φύλακας της σίκαλης» του Σάλιντζερ, «Γενναίος νέος κόσμος» του Χάξλευ, το «1984» του Όργουελ, «Τες Ντ’ Αμπερβίλ» του Τόμας Χάρντυ και πόσα άλλα. Αυτά είχαν άλλο χαρτί πιο λεπτό και πιο φίνο με πολύ μικρά γράμματα όμως που κούραζαν τα μάτια. Τα αγαπούσε τα βιβλία της και τα πρόσεχε και σιγά-σιγά σταμάτησε να τα δανείζει γιατί πολλές είχαν την κακιά συνήθεια να σημειώνουν επάνω τους ή ακόμα χειρότερα να μη τα επιστρέφουν. Όταν έρχονταν οι θείοι και της έλεγαν «καλά όλα αυτά τα βιβλία τα διάβασες;» ντρεπόταν για την ερώτηση γιατί ήξερε πως ποτέ δεν θα έφθανε ο χρόνος για να τα διαβάσει όλα, ούτε σε ολόκληρη τη ζωή της.

Όταν πήγε αργότερα να ζήσει με τον Νίκο κουβάλησε τα βιβλία της και απαίτησε να είναι τα δικά της χώρια και όχι σε κοινή βιβλιοθήκη. Τα  αγαπούσε, τα είχε αγοράσει με δυσκολίες και την συντρόφευαν χρόνια, δεν μπορούσε να τα δει ανακατωμένα με άλλα βιβλία. Με τον καιρό παρατηρούσε πως ο σύντροφός της συγκέντρωνε βιβλία συλλεκτικά δηλαδή παλιές εκδόσεις.  Μπορούσε να δώσει λεφτά για κάποιο παλaιό βιβλίο  ώσπου του έγινε μανία, όσο πιο παλιό τόσο πιο πολύ τον ενδιέφερε. Αυτό ήταν έξω από την ψυχολογία της Έλσας. Ήθελε να πάρει ένα βιβλίο για το περιεχόμενό του και όχι για την έκδοσή του, άσε που δε της περίσσευαν λεφτά για παλιές εκδόσεις. Έτσι ο φίλος της ο Νίκος γέμισε το σπίτι με παλιά βιβλία από τα παλαιοπωλεία που η Έλσα σιχαίνονταν και να ακουμπήσει από τη σκόνη που κουβαλούσαν.

Αυτό ήταν ένα πρόβλημα. Ένας φίλος τους είπε πως κάποιος που ήταν μανιώδης συλλέκτης συνήλθε μόνο όταν ένας τον ρώτησε αν και το παιδί του ήταν συλλεκτικό είδος και πόσο πωλείται το μωρό μέσα στη κούνια του. Τον παρατηρούσε η Έλσα πως ενώ αγαπούσε τα βιβλία και διάβαζε, αυτή η αγάπη μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Πως πήγαινε, πως κάθονταν με τις ώρες στα παλαιοπωλεία, πως τινάζονταν όταν ο παλαιοπώλης του έλεγε την χρονολογία έκδοσης. Βέβαια αν γίνεται από αγάπη για το ίδιο το βιβλίο, τότε και οι εκδόσεις λατρεύονται και είναι έργα τέχνης.

«Κοίτα» της έλεγε με μάτια που σπίθιζαν, «Καβάφης έκδοση του ’47 Ίκαρος», «Περιπέτεια ενός βιβλίου» του ’60 του Καχτίτση, «Luciano MCMXIII», «La divina commedia MCMXXVI» του Dante, πες μου ποιος άλλος τα έχει αυτά; «Σινόπουλο του ’50 «Το μεταίχμιο»;

«Καλά όλα αυτά αλλά κοίτα να μη ξεφύγεις και βλέπεις το βιβλίο σαν αντικείμενο αξίας, σαν τα ασημικά που μαζεύουν σε εταζέρες σαν μουσεία μερικές γυναίκες ή τα κεντήματα στις προίκες ή τα διάφορα μπιμπελό», του απαντούσε η Έλσα. Πόσο απείχαν όλα αυτά από το δικό της ενδιαφέρον για τα βιβλία και από τη μοναδική της αγάπη στο πρώτο της βιβλίο που της είχε χαρίσει ο πατέρας.

Είχε και η Έλσα δυο τρία βιβλία παλιάς έκδοσης αλλά αυτά της τα είχαν χαρίσει δυο φίλοι από αγάπη: Περιοδικό «Γράμματα» όπου ο Καβάφης είχε ένα από τα πρώτα του ποιήματα, «Με ανοιχτά χαρτιά» του Λ. Αραγκόν και «Σονέτα» του W. Shakespeare, το παλιότερο.

Η Έλσα θυμόταν πως όταν ήταν μικρή αυτή η αγάπη για το βιβλίο γινόταν μια σκάλα επικοινωνίας και με τον τυφλό παππού της. Καθόταν αρκετή ώρα δίπλα του διαβάζοντάς του. Έτσι βρήκε την ευκαιρία και του διάβασε και την «Δολοφονία του Μαρά» που κανείς άλλος δεν καθόταν να την ακούσει: «Έτσι δεν είναι παππού, άκουσες;», «έτσι είναι μικρούλα μου» απαντούσε ο παππούς με το απλανές βλέμμα. Του διάβαζε ένα-ένα αυτά τα βιβλία που είχε ξεχωρίσει και ‘κείνος άκουγε και χαίρονταν τη συντροφιά της.

Έκανε κρύο στο δωμάτιο του παππού και κανείς άλλος δεν κάθονταν να του κάνει παρέα. Τον τάιζαν μονάχα, τον καθάριζαν και τον άφηναν μόνο. Αυτή η μοναξιά στεναχωρούσε τη μικρή που δε ξεκολλούσε από δίπλα του. Στο «Έγκλημα και τιμωρία» ο παππούς ενοχλήθηκε πολύ. Παρ’ όλο που τον διαβεβαίωσε πως τιμωρήθηκε ο νεαρός Ρασκόλνικοφ με εξορία, ο παππούς ήταν πολύ ανήσυχος. Τότε του διάβασε τον «Θείο Βάνια» και πίστεψε πως τον καθησύχασε. Μέσα στο άδειο δωμάτιο θαρρείς πως φυσούσε αέρας από τη Σιβηρία και δεν ζεσταίνονταν με τίποτα.

Παππούς και εγγονή ταξίδευαν με τα βιβλία και οι ώρες περνούσαν με την πεποίθηση πως όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Ο παππούς πίστευε στη μοίρα «το κισμέτ» μια και είχε έρθει από τη Μ. Ασία. Πίστευε πως δε φταίει κανείς μα πως όλα είναι έτσι γραμμένα. Η Έλσα δεν το δεχόταν αυτό και του έλεγε πως αυτή όταν μεγαλώσει θα τα διόρθωνε όλα και…

Ο παππούς πέθανε και μετά από χρόνια η Έλσα έμαθε πως όχι μόνο ήταν τυφλός αλλά είχε και άνοια. Όμως εκείνη έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς πως ο παππούς καταλάβαινε και συμμετείχε και πως τα βιβλία έκαναν το θαύμα τους να κεντρίζουν τη φαντασία.

Μαρία Καρδάτου

κενο

*Το σχέδιο που κοσμεί την ιστορία είναι του Φίλιππου Παπανικολάου

Διαβάστε εδώ όλα τα διηγήματα της συλλογής μας


Λ. ΓιαννακουδάκηςΝ. ΚουνενήςΑ. Β. Σταυράτης ♦  Β. Τζανακάρη
Σπ. ΧριστόπουλοςΣτ. ΔαγδελένηςΕλπ. Ιντζέμπελης
Έλενα ΜαρούτσουΦ. Φιλίππου Κατερίνα Καριζώνη
Δ. ΧατζηκωνσταντίνουΘ. Σκρουμπέλος
Κωνσταντίνα ΤασσοπούλουΕλένη Γκίκα
Ευθύμιος Γ. Σακκάς Μαρία Κουγιουμτζή
Μαρία Καρδάτου Βαγγέλης Μπέκας
Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου
Αλέξανδρος ΓραμματικόςΣτέργια Κάββαλου
Γιάννης Φαρσάρης Μαρία ΞυλούρηΝίκος Χρυσός

κενο


κενο

κενο

mariakardatouΗ Μαρία Καρδάτου είναι ποιήτρια. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει μέχρι σήμερα. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αγγλική λογοτεχνία και παράλληλα έκανε σπουδές στην ιταλική και στην ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στην ιδιωτική και για ένα διάστημα στη μέση εκπαίδευση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ελληνικά και αμερικανικά περιοδικά. Μια επιτομή από τη συλλογή "Το αγκίστρι" κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση από την εκδότρια και μεταφράστρια Darlene Fife (Lewisburg, West Virginia, 1997). Επίσης η Darlene Fife μετέφρασε από την "Αερολέσχη" τα "Ποιήματα της Θεσσαλονίκης" και την ποιητική συλλογή "Ούτε δροσιά" που επίσης κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί επίσης στα γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά σε ανθολογίες, στα γαλλικά: "Φωνή ελληνίδων γυναικών-voix anthologie bilingue de femmes Grecques" της Josette Doron, στα ιταλικά: "Voci dal'agora" του Maurizio Di Rosa, στα γερμανικά: "Fern von der dicht sprache" της Dadi Sideri-Spech.
Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές:

και το παιδικό βιβλίο

Επίσης ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και στην ανθολογία ποίησης: "Το θηλυκό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης" της Κατερίνας Καριζώνη.

Alternative flash content

You need to upgrade your Flash Player

Get Adobe Flash player

Newsletter

Θέλετε να σας ενημερώνουμε για τις προσφορές μας και να σας στέλνουμε μέσω email τον κατάλογο μας; Γραφθείτε στο newsletter!
Όροι και Προϋποθέσεις

«Ιστορίες βιβλίων» από τις Eκδόσεις Καστανιώτη

istoriesbiblion

24 βιβλιοφιλικές ιστορίες

ΕΤ1 - Ενημέρωση

et1 2015

Ο Νικόλας Περδικάρης επισκέπτεται το Παλαιοβιβλιοπωλείο

 

ET1 - Greenteam

Green Team - ET1
δείτε το κομμάτι της εκπομπής που αναφέρεται στο βιβλιοπωλείο μας
Τετάρτη
22
Μαΐου
2019
Ανατ.: 05.15
Δύση: 19.28
Σελήνη
18 ημερών

Σήμερα Γιορτάζουν
Μεσοπεντηκοστής
Σαν σήμερα...

22 Μαΐου 334 π.Χ.

Νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου επί του Δαρείου στη μάχη του Γρανικού.

δείτε και άλλες ημερομηνίες...

Το καλάθι σας


Το καλάθι σας είναι άδειο
  • Διαφήμιση
  • Διαφήμιση